Κάποιες φορές η μουσική έρχεται τόσο πολύ και μας αγκαλιάζει που μιλάει περισσότερο απ' ότι θα μπορούσαν να μιλήσουν οι λέξεις... Εκείνες τις στιγμές αν την αφήσεις να σε πάρει μαζί της κρατιέστε τόσο δυνατά που δεν θες να σε αφήσει και την αφήνεις να παίζει... Και να σου μιλάει... Με τον τρόπο της... Με τις ώρες... Αυτό εδώ το κομμάτι είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις...
Λίγο από ημερολογιακές σκέψεις, κάτι από αμπελοφιλοσοφία, λίγη μουσική και έτοιμο...
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 29, 2010
Σάββατο, Δεκεμβρίου 25, 2010
Μια κουρτίνα να ανεμίζει...
Ήχοι μουσικής... Σκέψεις... Μια κουρτίνα να ανεμίζει στο απαλό καλοκαιρινό αεράκι, όπως αυτό μπαίνει από την τέντα ανοιχτή μπαλκονόπορτα, και να κάνει βόλτες μέσα στο δωμάτιο...
Ταξίδι περίπου δυο χρόνια πίσω. Πόσο καλά ήταν τα πράγματα τότε... Η μυρωδιά της ανάμνησης αυτής μπορεί να μην είναι τόσο έντονη αλλά ενώ τόσο κοντά είναι ακόμα τόσο μακρυά και τα πράγματα είναι πλέον τόσο χειρότερα...Το τραγούδι αν και άσχετο με το υπόλοιπο blog είναι σχετικό με εκείνο το καλοκαίρι, γι αυτό και η παρουσία του...
Πέμπτη, Νοεμβρίου 18, 2010
Προσωπικές πεποιθήσεις
Είμαι ότι ζω και ότι κάνω. Θέλω να είμαι ότι βλέπω όταν κοιτάω τον καθρέφτη. Είμαι ένας άνθρωπος που θέλησε να μάθει και να μοιράζει αγάπη και καλοσύνη.
Δεν είμαι κακός και αυτό το ξέρω βαθιά μέσα μου ακόμα και αν για μερικά δευτερόλεπτα το ξεχνάω. Ξέρω όμως ότι είμαι εγώ κάθε στιγμή που κάνω ακόμα κάτι καλό και μου μου θυμίζει ποιος είμαι...
Μπορεί να αφορά άμεσα κοντινό μου άνθρωπο ή απλά κάποιον που χρειάστηκε την βοήθειά μου.
Τρίτη, Νοεμβρίου 16, 2010
Απαντήσεις σε σχόλια
Αν και πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε πουυ απάντησα σχόλιο σημερα θα το κάνω καθολικά.
Να συγχωρέσετε την αργοπορία και την γενική απουσία μου αλλά τα γεγονότα δεν μου επέτρεψαν για κάτι καλύτερο. Απολογούμαι λοιπόν και θα προσπαθήσω να αυξήσω και την δραστηριότητα μου και να απαντάω και πάλι άμεσα!
Να συγχωρέσετε την αργοπορία και την γενική απουσία μου αλλά τα γεγονότα δεν μου επέτρεψαν για κάτι καλύτερο. Απολογούμαι λοιπόν και θα προσπαθήσω να αυξήσω και την δραστηριότητα μου και να απαντάω και πάλι άμεσα!
Σάββατο, Οκτωβρίου 30, 2010
ΜΥΚΗΤΕΣ άνθρωποι
Τελικά κανένας... Κανένας δεν αξίζει κάτι καλύτερο από αυτό το χαμηλό επίπεδο που υπάρχει σ' αυτόν τον άθλιο κόσμο... Ούτε εγώ ο ίδιος... Όλοι υποκείμενοι στην σαπίλα, στην αρρώστια της ψυχής, την ανωμαλία, την ανυπαρξία του ίδιου του μηδαμινού εαυτού τους... Όλοι το θύμα και ο θύτης στην ίδια σκηνή μιας ζωής φτιαγμένη σε φτηνά σκηνικά, από σκισμένα σεντόνια, υφασμένα από ίνες - ψυχές τόσο τεντωμένες που είναι στο όριο του σκισήματος... Κινήσεις μεθοδικές, αργές, επαναληπτικές στον ρυθμό ενός βιαστή... Όλα για το καλύτερο ξεπούλημα... Για την υποτιμημένη αξία που θα πιάσει το ίδιο μας το εγώ όταν θα γίνει συνάλλαγμα στο νόμισμα της καθημερινότητας, των χρημάτων, της φήμης, της εξουσίας, του γενικού τίποτά μας... Το σαράκι που νομίζουμε ότι θα φάει τα απομεινάρια της σάπιας μας ψυχής όταν εκείνο προτιμάει να πεθάνει εγωιστικά...
Και τι καταλάβαμε? Να κλαίμε χωρίς δάκρυα, να γελάμε χωρίς γέλιο, να τρώμε ότι σαπίζει αν τ' αφήσεις και να μισούμε ότι πονάει... Την αλήθεια... Τι ζητάμε? Αγάπη? Γιατί να πάρουμε αφού δεν δίνουμε, αφού κανένας δεν δίνει. Είναι ακριβή πέρα από τα δικά μας όρια. Δεν ανταλλάσσεται με την ύλη μας και η ψυχή μας σάπισε... Ποιος να την δώσει άραγε? Που να βρούμε τους αγγέλους που από την δυσοσμία πέθαναν και το αίμα τους καλύφθηκε από τους αποικοδομητές που κυβερνάν τον κόσμο και την σκέψη μας...?
Έντερα ψυχής στο πάτωμα. Τρίμματα μιας σκαλισμένης σε ανθρώπινο σώμα καρδιάς... Αυτό είμαστε... Αυτό θα μείνουμε αν δεν αλλάξουμε. Οι άγγελοι θα πληρώνουν τον παράδεισο σε μια πουτάνα, οι άνθρωποι θα κερδίζουν την κόλαση σε μια καθημερινή κλήρωση. Ο κόσμος σαν άκαρπο σπέρμα. Υπόκωφη σιωπή.
Hello - Evanescence
Playground school bell rings again
Rain clouds come to play again
Has no one told you she's not breathing?
Hello I'm your mind giving you someone to talk to
Hello
If I smile and don't believe
Soon I know I'll wake from this dream
Don't try to fix me, I'm not broken
Hello I am the lie living for you so you can hide
Don't cry
Suddenly I know I'm not sleeping
Hello I'm still here
All that's left of yesterday
Rain clouds come to play again
Has no one told you she's not breathing?
Hello I'm your mind giving you someone to talk to
Hello
If I smile and don't believe
Soon I know I'll wake from this dream
Don't try to fix me, I'm not broken
Hello I am the lie living for you so you can hide
Don't cry
Suddenly I know I'm not sleeping
Hello I'm still here
All that's left of yesterday
Images are from Deviantart.
Ετικέτες
Αλλοπρόσαλα,
Κοινωνική κρητική,
Λυπητερά,
Filosophy,
Me
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 16, 2010
Ραψωδός Φιλόλογος - Θανατοποινίτης
Ραψωδός Φιλόλογος - Θανατοποινίτης
Φυλακισμένος επ΄ αóριστον στο ίδιο κελί
23 χρóνια τώρα δίχως να περιμένει την χάρη
απó κάποιον ευαίσθητο δικαστή
Δεν ευελπιστούσε να ξαναδεί ήλιο ούτε φεγγάρι.
Περίμενε απλά να εκτελεστεί η ποινή
χωρίς να περιμένει τίποτα πλέον απó κανέναν.
Κανένα επισκεπτήριο πλέον δεν τον συγκινεί.
Όλα τα γνωστά του πρóσωπα του φαντάζουνε ξένα
Δεν είχε ενδιαφέροντα, χóμπι κι ασχολίες.
Μ’ άλλους φυλακισμένους δεν είχε ποτέ φιλίες.
Καθóταν και περίμενε τον χρóνο να περάσει,
μέχρι να εκτελεστεί και η ψυχή του να ησυχάσει
Ώσπου μια μέρα μέσα στο κρύο κελί του
ανακάλυψε κάτι που άλλαξε την ζωή του.
Κάτω απó το μουχλιασμένο τσιμέντο σε μια γωνία
βρήκε μια άσπρη μισοφαγωμένη κιμωλία.
Κι’ άρχισε να γράφει στίχους στου κελιού του,
στίχους με μóνους ήχους τα βήματα των φυλάκων στην απομóνωση
Κάνοντας με μανία κάθε σκέψη ραψωδία,
μέσα σε μπουντρούμια κρύα να είναι η μóνη του εκτóνωση.
Και γράφοντας τους στίχους του ο καιρóς περνούσε
Έπαιρνε την κιμωλία αγκαλιά και της μιλούσε,
παραληρούσε νóμιζε óτι του απαντούσε.
Να μην τελειώσει πριν πεθάνει την παρακαλούσε
Και τóτε ορκίστηκε το σώμα του
πως θα’ ταν το μóνο που θα τους επέτρεπε να περιορίσουν
Στην ηλεκτρική καρέκλα ώσπου να’ ναι καθιστóς,
μα το πνεύμα του θα ήταν ζωντανó κι’ αφού τον ψήσουν.
Κι’ óσο η μέρα της καταδίκης πλησίαζε,
η φήμη óτι θα επέστρεφε οργίαζε
Οι πιο πολλοί δεν την παίρναν στα σοβαρά,
μα τα πρóσωπά τους τα λαμπρά κάτι άγνωστο επισκίαζε...
Λίγες μέρες μετά απó τους στίχους
δεν είχε μείνει κενó σημείο πάνω στους τοίχους
Είχε γράψει στο πάτωμα, το ταβάνι τα κάγκελα
με λóγια ψυχασθενικά, επιθετικά, παράλογα
Η κιμωλία του είχε σχεδóν τελειώσει,
απó την αϋπνία τα μάτια του είχαν θολώσει
Ήθελε μóνο το μυαλó του να κρατήσει ανóθευτο
μέχρι την ημέρα που θα ερχóταν το αναπóφευκτο
Κι’ αυτή η μέρα ξημέρωσε εν τέλει,
για τελευταίο γεύμα τον ρωτήσανε τι θέλει
Τους κοίταξε ατάραχος κι είπε τα παρακάτω
«Δεν θέλω γεύμα, μóνο να τελειώσω αυτó που γράφω»
Κι αφού το έκανε λούφαξε στη γωνία,
εκεί που είχε πρωτογνωρίσει την κιμωλία
Και μέσα στους λυγμούς του ψιθύριζε συλλαβές
«Δεν θα σ’ αφήσω μóνη σου αγάπη μου μην κλαις»
Την έκλεισε προσεκτικά μέσα στο χέρι του
κι αφού σκούπισε óλα τα δάκρυά του
κοίταξε για τελευταία φορά το κελί-τεφτέρι του
κι έπειτα έφυγε για πάντα μακριά του.
Οι φύλακες τον πήρανε απó την πτέρυγα, περπάταγε κι’ νιωθε τα πóδια του τóσο γέρικα.
Ο αέρας γύρω του μύριζε νέκρα,
μέχρι που έφτασαν στο δωμάτιο με την καρέκλα
Τον βάλαν να καθίσει του φóρεσαν χειροπέδες,
ξεχωριστά στους δυο καρπούς και στις δυο φτέρνες.
Έφεραν έναν ρασοφορεμένο και τον διάβασε,
μ’ αυτóς χαμένος μέσα στις σκέψεις του δεν τον άκουσε.
Δεν κατάλαβε κανένας óτι έκλαιγε πνιχτά,
κράτησε την κιμωλία στο χέρι του πιο σφιχτά.
Κοίταξε τριγύρω του για μια τελευταία φορά και ψιθύρισε στην κιμωλία
«Μην φοβάσαι πια...»
Την άλλη μέρα στείλανε καθαριστές,
να καθαρίσουνε το κελί απó τις βρωμιές εκείνου του τρελού που óλο λέρωνε τους τοίχους.
Μα óσοι επιχείρησαν να μπουν μέσα ακούγαν ήχους,
παράξενες κραυγές χωρίς καμιά σημασία
και μετά απó λίγο στίχους με ομοιοκαταληξία.
Όποιον έκλειναν στο κελί πάντοτε έβγαινε τρελός
τραγουδώντας ρίμες ακατανόητες συνεχώς.
Κάποιοι φυλακόβιοι μπήκαν μóνοι τους στο κελί
για στοίχημα λίγα τσιγάρα και βγήκαν έξω νεκροί.
Κάποιος άλλος μπήκε να βιάσει ένα καινούριο τρóφιμο
κι αμέσως βγήκε ουρλιάζοντας
«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ»
Στους φύλακες που τίποτα δεν έκανε αίσθηση,
μετά απó λίγες μέρες óλοι δήλωσαν παραίτηση.
Οι φυλακισμένοι οργανώθηκαν κάναν εξέγερση,
κανένας να μην ξαναμπεί εκεί χωρίς εξαίρεση
Ο διευθυντής των φυλακών δεν είχε άλλη επιλογή
και διέταξε óλη η πτέρυγα να εκκενωθεί.
Σφραγίσαν το κελί και καταστρέψαν το κλειδί,
ώστε ποτέ ξανά κανένας να μην μπορέσει να μπει
Οι στίχοι του τρελού φυλακισμένου γίνανε θρύλοι,
τους ξέραν óλοι μέσα στην φυλακή εχθροί και φίλοι.
Όσοι εκτίσαν την ποινή τους και λύθηκαν τα δεσμά τους,
γύρισαν και είπαν την ιστορία στην γειτονιά τους.
Και απó στóμα σε στóμα ο θρύλος διαδóθηκε
κι έτσι έτυχε να τον ακούσω και εγώ.
Και στο μυαλό μου μια τρελή ιδέα μου καρφώθηκε,
πως είχα κάτι κοινό μ’ αυτό τον τρελό
κι είπα να γράψω ένα τραγούδι στην υγειά του
μα πως τον λένε πρώτα ήθελα να βρω.
Πήγα στην φυλακή και ρώτησα το óνομά του.
Μου είπαν τον λέγανε Φιλóλογο Ραψωδό...
Μιλάει από μόνο του...
Φυλακισμένος επ΄ αóριστον στο ίδιο κελί
23 χρóνια τώρα δίχως να περιμένει την χάρη
απó κάποιον ευαίσθητο δικαστή
Δεν ευελπιστούσε να ξαναδεί ήλιο ούτε φεγγάρι.
Περίμενε απλά να εκτελεστεί η ποινή
χωρίς να περιμένει τίποτα πλέον απó κανέναν.
Κανένα επισκεπτήριο πλέον δεν τον συγκινεί.
Όλα τα γνωστά του πρóσωπα του φαντάζουνε ξένα
Δεν είχε ενδιαφέροντα, χóμπι κι ασχολίες.
Μ’ άλλους φυλακισμένους δεν είχε ποτέ φιλίες.
Καθóταν και περίμενε τον χρóνο να περάσει,
μέχρι να εκτελεστεί και η ψυχή του να ησυχάσει
Ώσπου μια μέρα μέσα στο κρύο κελί του
ανακάλυψε κάτι που άλλαξε την ζωή του.
Κάτω απó το μουχλιασμένο τσιμέντο σε μια γωνία
βρήκε μια άσπρη μισοφαγωμένη κιμωλία.
Κι’ άρχισε να γράφει στίχους στου κελιού του,
στίχους με μóνους ήχους τα βήματα των φυλάκων στην απομóνωση
Κάνοντας με μανία κάθε σκέψη ραψωδία,
μέσα σε μπουντρούμια κρύα να είναι η μóνη του εκτóνωση.
Και γράφοντας τους στίχους του ο καιρóς περνούσε
Έπαιρνε την κιμωλία αγκαλιά και της μιλούσε,
παραληρούσε νóμιζε óτι του απαντούσε.
Να μην τελειώσει πριν πεθάνει την παρακαλούσε
Και τóτε ορκίστηκε το σώμα του
πως θα’ ταν το μóνο που θα τους επέτρεπε να περιορίσουν
Στην ηλεκτρική καρέκλα ώσπου να’ ναι καθιστóς,
μα το πνεύμα του θα ήταν ζωντανó κι’ αφού τον ψήσουν.
Κι’ óσο η μέρα της καταδίκης πλησίαζε,
η φήμη óτι θα επέστρεφε οργίαζε
Οι πιο πολλοί δεν την παίρναν στα σοβαρά,
μα τα πρóσωπά τους τα λαμπρά κάτι άγνωστο επισκίαζε...
Λίγες μέρες μετά απó τους στίχους
δεν είχε μείνει κενó σημείο πάνω στους τοίχους
Είχε γράψει στο πάτωμα, το ταβάνι τα κάγκελα
με λóγια ψυχασθενικά, επιθετικά, παράλογα
Η κιμωλία του είχε σχεδóν τελειώσει,
απó την αϋπνία τα μάτια του είχαν θολώσει
Ήθελε μóνο το μυαλó του να κρατήσει ανóθευτο
μέχρι την ημέρα που θα ερχóταν το αναπóφευκτο
Κι’ αυτή η μέρα ξημέρωσε εν τέλει,
για τελευταίο γεύμα τον ρωτήσανε τι θέλει
Τους κοίταξε ατάραχος κι είπε τα παρακάτω
«Δεν θέλω γεύμα, μóνο να τελειώσω αυτó που γράφω»
Κι αφού το έκανε λούφαξε στη γωνία,
εκεί που είχε πρωτογνωρίσει την κιμωλία
Και μέσα στους λυγμούς του ψιθύριζε συλλαβές
«Δεν θα σ’ αφήσω μóνη σου αγάπη μου μην κλαις»
Την έκλεισε προσεκτικά μέσα στο χέρι του
κι αφού σκούπισε óλα τα δάκρυά του
κοίταξε για τελευταία φορά το κελί-τεφτέρι του
κι έπειτα έφυγε για πάντα μακριά του.
Οι φύλακες τον πήρανε απó την πτέρυγα, περπάταγε κι’ νιωθε τα πóδια του τóσο γέρικα.
Ο αέρας γύρω του μύριζε νέκρα,
μέχρι που έφτασαν στο δωμάτιο με την καρέκλα
Τον βάλαν να καθίσει του φóρεσαν χειροπέδες,
ξεχωριστά στους δυο καρπούς και στις δυο φτέρνες.
Έφεραν έναν ρασοφορεμένο και τον διάβασε,
μ’ αυτóς χαμένος μέσα στις σκέψεις του δεν τον άκουσε.
Δεν κατάλαβε κανένας óτι έκλαιγε πνιχτά,
κράτησε την κιμωλία στο χέρι του πιο σφιχτά.
Κοίταξε τριγύρω του για μια τελευταία φορά και ψιθύρισε στην κιμωλία
«Μην φοβάσαι πια...»
Την άλλη μέρα στείλανε καθαριστές,
να καθαρίσουνε το κελί απó τις βρωμιές εκείνου του τρελού που óλο λέρωνε τους τοίχους.
Μα óσοι επιχείρησαν να μπουν μέσα ακούγαν ήχους,
παράξενες κραυγές χωρίς καμιά σημασία
και μετά απó λίγο στίχους με ομοιοκαταληξία.
Όποιον έκλειναν στο κελί πάντοτε έβγαινε τρελός
τραγουδώντας ρίμες ακατανόητες συνεχώς.
Κάποιοι φυλακόβιοι μπήκαν μóνοι τους στο κελί
για στοίχημα λίγα τσιγάρα και βγήκαν έξω νεκροί.
Κάποιος άλλος μπήκε να βιάσει ένα καινούριο τρóφιμο
κι αμέσως βγήκε ουρλιάζοντας
«ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ»
Στους φύλακες που τίποτα δεν έκανε αίσθηση,
μετά απó λίγες μέρες óλοι δήλωσαν παραίτηση.
Οι φυλακισμένοι οργανώθηκαν κάναν εξέγερση,
κανένας να μην ξαναμπεί εκεί χωρίς εξαίρεση
Ο διευθυντής των φυλακών δεν είχε άλλη επιλογή
και διέταξε óλη η πτέρυγα να εκκενωθεί.
Σφραγίσαν το κελί και καταστρέψαν το κλειδί,
ώστε ποτέ ξανά κανένας να μην μπορέσει να μπει
Οι στίχοι του τρελού φυλακισμένου γίνανε θρύλοι,
τους ξέραν óλοι μέσα στην φυλακή εχθροί και φίλοι.
Όσοι εκτίσαν την ποινή τους και λύθηκαν τα δεσμά τους,
γύρισαν και είπαν την ιστορία στην γειτονιά τους.
Και απó στóμα σε στóμα ο θρύλος διαδóθηκε
κι έτσι έτυχε να τον ακούσω και εγώ.
Και στο μυαλό μου μια τρελή ιδέα μου καρφώθηκε,
πως είχα κάτι κοινό μ’ αυτό τον τρελό
κι είπα να γράψω ένα τραγούδι στην υγειά του
μα πως τον λένε πρώτα ήθελα να βρω.
Πήγα στην φυλακή και ρώτησα το óνομά του.
Μου είπαν τον λέγανε Φιλóλογο Ραψωδό...
Μιλάει από μόνο του...
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 14, 2010
Πέμπτη, Ιουλίου 15, 2010
Βρώμικος κόσμος

Για άλλη μία φορά μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα έγιναν τόσες εναλλαγές της διπρόσωπης αυτής πραγματικότητας που πλέον δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι...
Πράγματα τόσο όμορφα και πράγματα τόσο αηδιαστικά που να θες να βγάλεις το δέρμα μήπως και απαρνηθείς την ανθρώπινη ιδιότητά σου...
Γιατί να είναι τόσο άσχημος αυτός ο κόσμος εκεί έξω μερικές φορές? Γιατί οι άνθρωποι στην συντριπτική πλειοψηφία τους να έχουν ξεχάσει πως υπάρχουν και σχέσεις αγάπης και να έχουν αναγάγει τα πάντα σε σχέσεις ποσότητας?
Και γιατί δηλαδή έχουν καταφέρει ακόμα και εσένα, ποιον (!?), εσένα που πάντα προσπαθούσες να απέχεις από τον κόσμο αυτόν, να γίνεσαι μέρα με την μέρα κάτι όλο και πιο κοντά σε αυτήν τους την πραγματικότητα...
Να χάνεις τον εαυτό σου μέσα στην ίδια σου την ζωή και να ξεχνάς ποιος πραγματικά είσαι... Ποιος είσαι όχι όσο αναφορά την ταυτότητα με τα στοιχεία αλλά την ταυτότητα με τα συναισθήματα, τις συμπεριφορές, τις αρχές, τις αξίες...
Και έτσι απλά ελπίζεις για μία ακόμη φορά ότι θα φτάσει εκείνη η στιγμή που και εσύ στα όνειρά σου θα βλέπεις αυτά που θέλεις...
Σ' ένα όνειρο - Kingeorge / Υπόνοια
Όταν κλείνουν τα φώτα, η ψυχή σου κουρνιάζει
και στο σκοτάδι χορεύει με τις λέξεις
ο ήχος των δεικτών την ύπαρξη σου βιάζει
και συ θέλεις να τρέξεις
τότε εμφανίζονται μονοπάτια...
Στο μονοπάτι αρχικά εμφανίστηκε μια μάγισσα,
αόριστα ψιθύρισε πως άργησα,
ότι ο δρόμος των σκιών θα 'ναι μακρύς και γλυκός
και πως κάπου κάπου θα δακρύζει ο ουρανός.
Λίγο βιάστηκα για να βρεθώ σ' ένα ξέφωτο
να δω μια μάχη ένα βράδυ αξημέρωτο
Είδα κάποιον να υψώνει ένα σπαθί μπροστά μου
και, ρίχνοντας το, να ψελλίζει τ' όνομά μου.
Θυμήθηκα πολλά και δάκρυσα ασυναίσθητα,
κατάλαβα πως έπρεπε να φύγω και συνέχισα.
Στο διάβα μου αντίκρισα κρίνα λευκά,
προάγγελοι θανάτου στοιχισμένοι σε σειρά
και μια νεράιδα να λέει για μια ατέλειωτη έξη
που μου άφησε στα χείλη μια παράξενη γεύση.
Είδα προδότες σε κελιά, σε κατάσταση σήψης,
με λουκέτα φτιαγμένα από ενδόμυχες τύψεις.
Χάθηκαν. Και προχώρησα πιο πέρα,
ένας μάγος με φίλεψε μια γυάλινη σφαίρα
Τα μάτια του έχυσαν δυο σταγόνες δάκρυα γνώριμες,
αλήτρες ανάσες από στιγμές πιο απόμερες.
Πήρα χρώματα και στα κέρναγα παντού
με το χρώμα της φωτιάς στο χρώμα του δειλινού
και με θυμάμαι να λέω πριν το σκοτάδι με βρει
'Θέλω Απόψε Να Αγγίξω Την Ουράνια Σιωπή'
Σ' ένα όνειρο θα ζήσω τώρα πια
αφού ο κόσμος μου δεν σας βολεύει
εκεί που ακόμα υπάρχουν ξωτικά
κι ο άγγελος μου κάπου κάπου ζωντανεύει
Σ' ένα όνειρο θα φύγω, θα χαθώ
κι όταν για μένα θα μιλάτε θα σωπαίνω,
θα σας κοιτάω από μακριά και θα γελώ
και ευτυχισμένος κάθε βράδυ θα πεθαίνω
Κι όμως με βρήκε το σκοτάδι, όρθιο ακόμα
να 'μαι μόνος, στης πανσέληνου το χρώμα.
Κάθε βήμα μου έμοιαζε πιο σκοτεινό
και στο βάθος θαρρώ αίμα έσταζε απ' τον ουρανό.
Σαν παραμύθι ευχήθηκα να περάσει η ζωή μου
κι ιστορίες διάβαζα, να δω ποια μου ταιριάζει.
Σε πριγκίπισσα που κοιμόταν έδωσα το φιλί μου
κι όταν ξύπνησε άρχισε να ουρλιάζει.
Έσκυψα κεφάλι ίσως δάκρυσα πιο πέρα
στα μέρη που ποτέ δεν ξημέρωσε η μέρα
γιατί μαύρα δαιμόνια έκρυβαν τον ήλιο
ενώ ο χρόνος εξορίστηκε απ' της νιότης το βασίλειο.
Εκεί στολίζονται τα δάση μόνο από ιτιές
που απ' τη γέννηση τους έχουν έτοιμες θηλιές
πλεγμένες από ψέματα και όρκους πατημένους
κι οι μανδραγόρες χορεύουν κάτω από τους κρεμασμένους.
Κυνήγι μαγισσών γι' αθάνατα ξόρκια.
Με πλησίασε μια κι είπε τα παρακάτω λόγια.
Κρύβω μέσα μου, λέει, μια άπ' τις προφητείες :
Όπου δω ανατολή εκεί θα χρίζονται μεσσίες.
Σκέψεις βγαλμένες απ' της ψυχής μου τα υπόγεια,
μ' ένα μικρόφωνο θα βαφτιστούν υπόνοια
κι αύριο θα με βρει του ήλιου το γέρμα
μ' ένα βέλος στη καρδιά, αντί στη φτέρνα.
Άξαφνα χάθηκαν όλα, με την πρώτη ακτίνα από το φως
κι ο ουρανός μοιάζει τόσο μελαγχολικός.
Ας ήτανε το παραμύθι να μην τελείωνε νωρίτερα,
τα όνειρα που πεθαίνω για μένα είναι τα καλύτερα.
Σ' ένα όνειρο θα ζήσω τώρα πια
αφού ο κόσμος μου δεν σας βολεύει
εκεί που ακόμα υπάρχουν ξωτικά
κι ο άγγελος μου κάπου κάπου ζωντανεύει
Σ' ένα όνειρο θα φύγω, θα χαθώ
κι όταν για μένα θα μιλάτε θα σωπαίνω,
θα σας κοιτάω από μακριά και θα γελώ
και ευτυχισμένος κάθε βράδυ θα πεθαίνω

The images are from devianart.
Όταν κλείνουν τα φώτα, η ψυχή σου κουρνιάζει
και στο σκοτάδι χορεύει με τις λέξεις
ο ήχος των δεικτών την ύπαρξη σου βιάζει
και συ θέλεις να τρέξεις
τότε εμφανίζονται μονοπάτια...
Στο μονοπάτι αρχικά εμφανίστηκε μια μάγισσα,
αόριστα ψιθύρισε πως άργησα,
ότι ο δρόμος των σκιών θα 'ναι μακρύς και γλυκός
και πως κάπου κάπου θα δακρύζει ο ουρανός.
Λίγο βιάστηκα για να βρεθώ σ' ένα ξέφωτο
να δω μια μάχη ένα βράδυ αξημέρωτο
Είδα κάποιον να υψώνει ένα σπαθί μπροστά μου
και, ρίχνοντας το, να ψελλίζει τ' όνομά μου.
Θυμήθηκα πολλά και δάκρυσα ασυναίσθητα,
κατάλαβα πως έπρεπε να φύγω και συνέχισα.
Στο διάβα μου αντίκρισα κρίνα λευκά,
προάγγελοι θανάτου στοιχισμένοι σε σειρά
και μια νεράιδα να λέει για μια ατέλειωτη έξη
που μου άφησε στα χείλη μια παράξενη γεύση.
Είδα προδότες σε κελιά, σε κατάσταση σήψης,
με λουκέτα φτιαγμένα από ενδόμυχες τύψεις.
Χάθηκαν. Και προχώρησα πιο πέρα,
ένας μάγος με φίλεψε μια γυάλινη σφαίρα
Τα μάτια του έχυσαν δυο σταγόνες δάκρυα γνώριμες,
αλήτρες ανάσες από στιγμές πιο απόμερες.
Πήρα χρώματα και στα κέρναγα παντού
με το χρώμα της φωτιάς στο χρώμα του δειλινού
και με θυμάμαι να λέω πριν το σκοτάδι με βρει
'Θέλω Απόψε Να Αγγίξω Την Ουράνια Σιωπή'
Σ' ένα όνειρο θα ζήσω τώρα πια
αφού ο κόσμος μου δεν σας βολεύει
εκεί που ακόμα υπάρχουν ξωτικά
κι ο άγγελος μου κάπου κάπου ζωντανεύει
Σ' ένα όνειρο θα φύγω, θα χαθώ
κι όταν για μένα θα μιλάτε θα σωπαίνω,
θα σας κοιτάω από μακριά και θα γελώ
και ευτυχισμένος κάθε βράδυ θα πεθαίνω
Κι όμως με βρήκε το σκοτάδι, όρθιο ακόμα
να 'μαι μόνος, στης πανσέληνου το χρώμα.
Κάθε βήμα μου έμοιαζε πιο σκοτεινό
και στο βάθος θαρρώ αίμα έσταζε απ' τον ουρανό.
Σαν παραμύθι ευχήθηκα να περάσει η ζωή μου
κι ιστορίες διάβαζα, να δω ποια μου ταιριάζει.
Σε πριγκίπισσα που κοιμόταν έδωσα το φιλί μου
κι όταν ξύπνησε άρχισε να ουρλιάζει.
Έσκυψα κεφάλι ίσως δάκρυσα πιο πέρα
στα μέρη που ποτέ δεν ξημέρωσε η μέρα
γιατί μαύρα δαιμόνια έκρυβαν τον ήλιο
ενώ ο χρόνος εξορίστηκε απ' της νιότης το βασίλειο.
Εκεί στολίζονται τα δάση μόνο από ιτιές
που απ' τη γέννηση τους έχουν έτοιμες θηλιές
πλεγμένες από ψέματα και όρκους πατημένους
κι οι μανδραγόρες χορεύουν κάτω από τους κρεμασμένους.
Κυνήγι μαγισσών γι' αθάνατα ξόρκια.
Με πλησίασε μια κι είπε τα παρακάτω λόγια.
Κρύβω μέσα μου, λέει, μια άπ' τις προφητείες :
Όπου δω ανατολή εκεί θα χρίζονται μεσσίες.
Σκέψεις βγαλμένες απ' της ψυχής μου τα υπόγεια,
μ' ένα μικρόφωνο θα βαφτιστούν υπόνοια
κι αύριο θα με βρει του ήλιου το γέρμα
μ' ένα βέλος στη καρδιά, αντί στη φτέρνα.
Άξαφνα χάθηκαν όλα, με την πρώτη ακτίνα από το φως
κι ο ουρανός μοιάζει τόσο μελαγχολικός.
Ας ήτανε το παραμύθι να μην τελείωνε νωρίτερα,
τα όνειρα που πεθαίνω για μένα είναι τα καλύτερα.
Σ' ένα όνειρο θα ζήσω τώρα πια
αφού ο κόσμος μου δεν σας βολεύει
εκεί που ακόμα υπάρχουν ξωτικά
κι ο άγγελος μου κάπου κάπου ζωντανεύει
Σ' ένα όνειρο θα φύγω, θα χαθώ
κι όταν για μένα θα μιλάτε θα σωπαίνω,
θα σας κοιτάω από μακριά και θα γελώ
και ευτυχισμένος κάθε βράδυ θα πεθαίνω

The images are from devianart.
Τετάρτη, Φεβρουαρίου 24, 2010
When I said two sugars, actually I meant three...
Υπάρχουν κάτι φράσεις, κάποιοι στίχοι, τόσο μικροί, τόσο trivial, τόσο χαζοί που και όμως μπορούν να έχουν βάθος που όμοιό τους μόνο κείμενα ολόκληρα, πλατιά να κατάφερναν να φτάσουν... "I wish that you knew when I said two sugars, actually I meant three"... Είναι ένας τόσο χαζούλικος στίχος. Και όμως να που πάντα όταν τον άκουγα κάτι με άγγιζε απ' αυτόν.
Δεν είναι θέμα ζάχαρης ή του πως πίνει ο καθένας τον καφέ του. Είναι αυτή η αίσθηση να ξέρεις τον άλλο ακόμα και σε αυτές τις τόσο μικρές αλλά τόσο ζωντανές και καθημερινές αλήθειες της ζωής που ουσιαστικά συντελούν κατά το περισσότερο την ίδια την ζωή μας. Να ζεις δηλαδή τον άλλο...
Ευχαριστώ τον άνθρωπο που μου έστειλε κάποτε αυτό το τραγούδι που και ας μην το ξέρει μου έχει αφήσει διάφορα πράγματα. Και σίγουρα ένα πολύ γλυκό τραγούδι για να θυμάμαι.
Αφιερωμένο λοιπόν στην Φωτεινούλα που κάποτε μου το είχε στείλει εκείνη...

Υγ.: Ναι όσο περίεργο και αν φαίνεται δεν περνάνε όλα τα πράγματα έτσι στην ζωή μας. Κάθε τι αφήνει κάτι πίσω του και κάποια μάλιστα μπορεί να αφήσουν πολλά ακόμα και αν δεν το δείξουμε...
Ένα τραγούδι μπορεί να είναι ένα από τα καλύτερα δώρα που μπορεί να κάνει κάποιος. Γιατί χρειάζεται ουσία, φαιά ουσία για να κάνεις ένα τέτοιο δώρο...
Πάντα ν' ακούτε με τα μάτια στα μάτια των άλλων... Αυτά θα σας πουν...
Kate Nash - Nicest Thing
All I know is that you're so nice,
You're the nicest thing I've seen.
I wish that we could give it a go,
See if we could be something.
I wish I was your favourite girl,
I wish you thought I was the reason you are in the world.
I wish my smile was your favourite kind of smile,
I wish the way that I dressed was your favourite kind of style.
I wish you couldn't figure me out,
But you always wanna know what I was about.
I wish you'd hold my hand when I was upset,
I wish you'd never forget the look on my face when we first met.
I wish you had a favourite beauty spot that you loved secretly,
'Cos it was on a hidden bit that nobody else could see.
Basically, I wish that you loved me,
I wish that you needed me,
I wish that you knew when I said two sugars, actually I meant three.
I wish that without me your heart would break,
Yea, I wish that without me you'd be spending the rest of your nights awake.
I wish that without me you couldn't eat,
Yea, I wish I was the last thing on your mind before you went to sleep.
Look,
All i know is that you're the nicest thing I've ever seen
And I wish we could see if we could be something
Yea, I wish we could see if we could be something
All I know is that you're so nice,
You're the nicest thing I've seen.
I wish that we could give it a go,
See if we could be something.
I wish I was your favourite girl,
I wish you thought I was the reason you are in the world.
I wish my smile was your favourite kind of smile,
I wish the way that I dressed was your favourite kind of style.
I wish you couldn't figure me out,
But you always wanna know what I was about.
I wish you'd hold my hand when I was upset,
I wish you'd never forget the look on my face when we first met.
I wish you had a favourite beauty spot that you loved secretly,
'Cos it was on a hidden bit that nobody else could see.
Basically, I wish that you loved me,
I wish that you needed me,
I wish that you knew when I said two sugars, actually I meant three.
I wish that without me your heart would break,
Yea, I wish that without me you'd be spending the rest of your nights awake.
I wish that without me you couldn't eat,
Yea, I wish I was the last thing on your mind before you went to sleep.
Look,
All i know is that you're the nicest thing I've ever seen
And I wish we could see if we could be something
Yea, I wish we could see if we could be something
Σάββατο, Φεβρουαρίου 06, 2010
Ψίθυροι στα νεκροταφεία των σκέψεων
Μην ξεχνάς να ακούς τους ψιθύρους που στροβιλίζονται στα νεκροταφεία των σκέψεών σου...
Μην ξεχνάς να ριγείς στον άγγιγμα του παγωμένου αέρα που ξεγλιστράει από τα νεκροταφεία των συναισθημάτων σου...
Όσο κι αν ξεθωριάσουν οι ασπρόμαυρες πλέον αυτές εικόνες πίσω από το μαύρο στις κόρες των ματιών σου η ένταση τους ήταν κάποτε τόσο μεγάλη που αυτά που προκάλεσαν στιγμάτισαν μόνιμα...
Η λήθη της ομορφιάς. Τα γερατειά της αγάπης...
Μην ξεχνάς να ριγείς στον άγγιγμα του παγωμένου αέρα που ξεγλιστράει από τα νεκροταφεία των συναισθημάτων σου...
Όσο κι αν ξεθωριάσουν οι ασπρόμαυρες πλέον αυτές εικόνες πίσω από το μαύρο στις κόρες των ματιών σου η ένταση τους ήταν κάποτε τόσο μεγάλη που αυτά που προκάλεσαν στιγμάτισαν μόνιμα...
Η λήθη της ομορφιάς. Τα γερατειά της αγάπης...
"Κι ο πόνος σαν άνεμος κι άμα περνάει,
στίχους και ήχους παράφωνους ξυπνάει,
σε νότες μια μελωδίας μαγικής,
που σ' αναγκάζει τα πάντα να πεις..."
στίχους και ήχους παράφωνους ξυπνάει,
σε νότες μια μελωδίας μαγικής,
που σ' αναγκάζει τα πάντα να πεις..."
Σάββατο, Ιανουαρίου 02, 2010
Το τζάμι...
Εγώ ένα πράγμα...
Γύρισα και κοίταξα το τζάμι. Έβλεπα το καθρέφτισμά μου... Έβλεπα και πάλι εμένα. Ήταν αρκετό.
Όσο αντέχει η καρδιά μου ρε που*****ς θα είμαι καλός. Και θα μαζεύω μετά δυνάμεις για να ξαναγίνομαι. Πάντα. Καλός. Πάντα. Αυτό είμαι. Αυτό θα είμαι. Κι ας μείνω και ο μόνος...
Το αντάλλαγμα είναι να παίρνεις αντί για καλή χρονιά ένα υπέροχο... "Καντίλι"... Αλλά δεν πειράζει.
Καλή χρονιά σε όλους εκεί έξω. Μακάρι η νέα χρονιά να γεμίσει τον βρώμικο αυτό κόσμο με καθαρά χαμόγελα. Χαμόγελα ζεστά όσο μία αγκαλιά. Να έχουμε όλη υγεία να γκρινιάζουμε και να περνάμε καλά.
Γύρισα και κοίταξα το τζάμι. Έβλεπα το καθρέφτισμά μου... Έβλεπα και πάλι εμένα. Ήταν αρκετό.
Όσο αντέχει η καρδιά μου ρε που*****ς θα είμαι καλός. Και θα μαζεύω μετά δυνάμεις για να ξαναγίνομαι. Πάντα. Καλός. Πάντα. Αυτό είμαι. Αυτό θα είμαι. Κι ας μείνω και ο μόνος...
Το αντάλλαγμα είναι να παίρνεις αντί για καλή χρονιά ένα υπέροχο... "Καντίλι"... Αλλά δεν πειράζει.
Καλή χρονιά σε όλους εκεί έξω. Μακάρι η νέα χρονιά να γεμίσει τον βρώμικο αυτό κόσμο με καθαρά χαμόγελα. Χαμόγελα ζεστά όσο μία αγκαλιά. Να έχουμε όλη υγεία να γκρινιάζουμε και να περνάμε καλά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)